28.6 C
Αθήνα
30 Ιουλίου 2022
Ανακοινώσεις

Ν.3899/2010

Σύντομες σημειώσεις
 
Για το νέο εργασιακό καθεστώς των “ειδικών” επιχειρησιακών ΣΣΕ, την διαδικασία επιλύσεως των συλλογικών διαφορών, την “μερική” απασχόληση, την “εκ περιτροπής” εργασία, την “προσωρινή” απασχόληση, την “δοκιμαστική” περίοδο κλπ.
 
Ι
Οι “ειδικές” επιχειρησιακές ΣΣΕ
(Ν.3899/10 ΦΕΚ 212/Α/17-12-2010)
Άρθρο 13
       1. Θεσπίζεται η “ειδική” επιχειρησιακή ΣΣΕ και συμπληρώνει τις επιχειρησιακές ΣΣΕ του άρθρου 3, παρ. 5 του Ν. 1876/90.
       2. Οι όροι αμοιβής της “ειδικής” επιχειρησιακής ΣΣΕ, επιτρέπεται να αποκλίνουν από τις “κλαδικές” ΣΣΕ, με αμοιβές, όχι μικρότερες των αντιστοίχων της Εθνικής Γενικής ΣΣΕ.
       3. Η διάρκεια ισχύος της “ειδικής” επιχειρησιακής ΣΣΕ δύναται να συμφωνηθεί είτε ως «ορισμένου» χρόνου είτε ως «αορίστου» επιτρεπομένης της ανανεώσεως ή της παρατάσεώς της κατά την διαδικασία που ορίζεται στην κείμενη νομοθεσία.
       4. Οι “ειδικές” επιχειρησιακές ΣΣΕ, υπερισχύουν των “κλαδικών” χωρίς περιορισμούς.
       5. Η δυνατότης επεκτάσεως των ΣΣΕ και στους τρίτους (μη μέλη των συμβαλλομένων οργανώσεων) κατά την διαδικασία του άρθρου 11 του         Ν. 1876/90, δεν ισχύει (καταργείται) για τις ρυθμίσεις του Ν.3899/10. Γεγονός που σημαίνει ότι, προσφυγή σε τυχόν ευνοϊκότερους όρους αμοιβής και εργασίας που καθορίζουν οι “κλαδικές” ή και οι “ομοιοεπαγγελματικές” ΣΣΕ, αποκλείεται, μόνο σε ότι αφορά την επέκτασή τους στις ειδικές ΣΣΕ.
       6. Με τις “ειδικές” επιχειρησιακές ΣΣΕ επιτρέπεται να ρυθμίζονται επίσης: α) ο αριθμός των θέσεων εργασίας, β) το σύστημα της “εκ περιτροπής” εργασίας και της “διαθεσιμότητος”, γ) η διάρκεια ισχύος της ΣΣΕ και δ) κάθε άλλος όρος.
       7. Για την σύναψη “ειδικής” επιχειρησιακής ΣΣΕ λαμβάνονται υπόψει, οι συνθήκες της αγοράς, η διατήρηση των θέσεων εργασίας, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητος και οι λοιπές ανάγκες της επιχειρήσεως.
       8. Η “ειδική” επιχειρησιακή ΣΣΕ μπορεί να συναφθεί και από επιχειρήσεις με προσωπικό μικρότερο των 50 εργαζομένων.
       9. Τα συμβαλλόμενα μέρη στην “ειδική” επιχειρησιακή ΣΣΕ είναι αφ’ ενός ο εργοδότης και αφ’ ετέρου το επιχειρησιακό σωματείο. Αν δεν υπάρχει στην επιχείρηση πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (Σωματείο), οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται και συμβάλλονται με το “κλαδικό” σωματείο ή με την δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (ομοσπονδία).
     10. Την σύναψη και την κατάρτιση της “ειδικής” ΣΣΕ μπορεί να την ζητήσει και η εργοδοτική πλευρά με όρους αμοιβής και εργασίας, δυσμενέστερους έναντι των αντιστοίχων της προηγουμένης, του αυτού επιπέδου, ρυθμίσεως προς δε και της “κλαδικής”.
     11. Για την σύναψη της “ειδικής” επιχειρησιακής ΣΣΕ, απαιτείται, τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν από “κοινού” αιτιολογική έκθεση που δικαιολογεί και επιβάλουν την παραπάνω ρύθμιση. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στο “Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου” της οικείας Επιθεωρήσεως Εργασίας (ΣΕΠΕ).
     12. Η κρίση του ως άνω οργάνου, έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και πρέπει να εκδοθεί μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των είκοσι (20) ημερών, μετά την πάροδο της οποίας τεκμαίρεται η χορήγησή της.
     13. Η ίδια ως άνω διαδικασία ακολουθείται και για την τυχόν παράταση ισχύος της “ειδικής” ΣΣΕ.
     14. Η ισχύς της “ειδικής” επιχειρησιακής ΣΣΕ, αρχίζει από την ημερομηνία υπογραφής της και είναι έγκυρη με την κατάθεσή της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, αποκτώντας τον “εκτελεστό” χαρακτήρα της.
     15. Σε περίπτωση παραβιάσεως των όρων της “ειδικής” ΣΣΕ, αυτή θεωρείται άκυρη και αν καταγγελθεί η ατομική σύμβαση εργασίας, η οφειλομένη στον απολυόμενο μισθωτό αποζημίωση, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που προβλέπονται – όχι από την “ειδική” επιχειρησιακή ΣΣΕ – αλλά από την “κλαδική” ρύθμιση.
     16. Τυχόν (μονομερής) μείωση των αποδοχών της “ειδικής” επιχειρησιακής ΣΣΕ κατά παράβαση των όρων αυτής, θεωρείται ως “μη εμπρόθεσμη” καταβολή των νομίμων αποδοχών και διώκεται κατά τις διατάξεις του           ΑΝ 690/45, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8, παρ. 1 του Ν. 2336/95.



ΙΙ
ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ – ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ
Άρθρο 14, 15 και 16
       1. Η προσφυγή στην διαδικασία της “μεσολαβήσεως” και της “διαιτησίας” ενώπιον των οργάνων του ΟΜΕΔ, μπορεί να γίνεται: α) Με την συνομολόγηση ρήτρας στην ΣΣΕ οποιουδήποτε επιπέδου ή β) Με κοινή συμφωνία των μερών ή γ) Ελλείψει τέτοιων συμφωνιών, με την προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 1876/90.
       2. Ειδικότερα – σε ό,τι αφορά την μεσολάβηση – τον ορισμό του μεσολαβητού, μπορεί να τον ζητήσει οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη, με αίτηση από “κοινού” είτε “χωριστά”.
       3. Η αίτηση που κατατίθεται από το ένα μέρος, κοινοποιείται και στο άλλο, ο δε μεσολαβητής επιλέγεται, είτε από κοινού, ή με κλήρωση, εάν τα μέρη δεν συμφωνήσουν.
       4. Αν τα μέρη δεν συμφωνήσουν για την σύναψη ΣΣΕ με την μεσολαβητική του ΟΜΕΔ διαδικασία, τότε ο επιλεγείς μεσολαβητής, μέσα σε είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες από την επομένη αναλήψεως των καθηκόντων του, υποχρεούται να υποβάλει την “πρότασή” του.
       5. Αν τα μέρη, δεν γνωστοποιήσουν εγγράφως την αποδοχή της προτάσεως, μέσα σε πέντε (5) ημέρες εργάσιμες, θεωρείται ότι, την απέρριψαν. Υπόψει ότι, η αποδοχή, ή η απόρριψη της προτάσεως – που είναι δυνατό να δημοσιεύεται – κοινοποιείται και στο άλλο μέρος.
       6. Αν η πρόταση του μεσολαβητού γίνει δεκτή από τα μέρη, τότε καλούνται αυτά για την υπογραφή της επιθυμητής ΣΣΕ.
       7. Σε ό,τι αφορά την προσφυγή στην διαδικασία της “διαιτησίας”, αυτή μπορεί να γίνει με “κοινή” συμφωνία, ή “μονομερώς” υπό τις εξής προϋποθέσεις:
            α) Από οποιοδήποτε μέρος, εφόσον το άλλο αρνήθηκε την μεσολάβηση.
            β) Από οποιοδήποτε μέρος, μετά την υποβολή της προτάσεως, εφόσον και τα δύο μέρη προσήλθαν στην διαδικασία της μεσολαβήσεως.
       8. Η προσφυγή στην διαιτησία, καλύπτει μόνο ζητήματα καθορισμού βασικών μισθών ή ημερομισθίων. Τα λοιπά ζητήματα (επιδόματα, παροχές πάσης φύσεως, πρόσθετες αμοιβές κλπ) αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών που μπορούν να “συλλογικοποιηθούν” μόνο με ΣΣΕ.
       9. Η διαιτησία διεξάγεται από ένα (1) διαιτητή και στην περίπτωση μονομερούς προσφυγής, είναι δυνατόν να ζητηθεί η συγκρότηση “Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας”.
     10. Οι διαιτητές της Τριμελούς Επιτροπής, προς δε και ο πρόεδρος αυτής, επιλέγονται με κοινή συμφωνία των μερών, από τον ειδικό κατάλογο διαιτητών, ή σε περίπτωση διαφωνίας, με κλήρωση.
     11. Εκκρεμούσης της διαιτησίας και μάλιστα από την ημερομηνία προσφυγής σ’ αυτήν, αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας επί δέκα (10) ημέρες.
     12. Η απόφαση διαιτησίας που εκδίδεται σε 10 ή σε 30 ημέρες, ανάλογα με το αν προηγήθηκε μεσολάβηση ή όχι, εξομοιώνεται με ΣΣΕ.
     13. Οι αναφυόμενες τυχόν διαφορές για το κύρος και την νομιμότητα των διαιτητικών αποφάσεων, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζονται κατά την διαδικασία του άρθρου 663 ΑΚ, η δε δικάσιμος ορίζεται υποχρεωτικά εντός σαράντα πέντε (45) εργασίμων ημερών, από την κατάθεση της αγωγής. Η έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ασκείται εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την επίδοση της αποφάσεως, η δε δικάσιμος επ’ αυτής ορίζεται υποχρεωτικά εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της.
 
ΙΙΙ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 17
(Μερική απασχόληση – Εκ περιτροπής εργασία –
Προσωρινή απασχόληση – Δοκιμαστική Περίοδος κλπ)
 
 
       1. Οι αποδοχές των εργαζομένων με “μερική” απασχόληση εξακολουθούν να καθορίζονται με τον τρόπο που ορίσθηκε στο άρθρο 2, παρ. 9 του            Ν. 3846/2010, πλην όμως με το νέο νομοθέτημα καταργούνται οι προσαυξήσεις:
           α) Του 7,5% επί του ωρομισθίου στις περιπτώσεις που η “μερική” απασχόληση είναι μικρότερη των 4 ωρών ημερησίως (άρθρο 7 του               Ν. 2874/2000) και
           β) Του 10% επί του ωρομισθίου στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος παρέχει εργασία πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου (άρθρο 2, παρ. 11 του Ν. 3846/2010).
       2. Η διάρκεια του χρόνου της “εκ περιτροπής” εργασίας του άρθρου 2, παρ. 3 του Ν. 3846/2010, που δεν επιτρεπόταν να υπερβεί τους 6 μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, επιμηκύνεται με το νέο νομοθέτημα στους 9 μήνες.
       3. Η διάρκεια της “προσωρινής” απασχολήσεως στον “έμμεσο” εργοδότη, η οποία με τον Ν. 3846/2010 (άρθρο 20, παρ. 6) οριζόταν – κατά μέγιστο όριο – σε 18 μήνες, διαμορφώνεται με το νέο νομοθέτημα σε 36 μήνες.
       4. Η απασχόληση μισθωτού με σύμβαση “αορίστου” χρόνου, λογίζεται ως “δοκιμαστική” για τους πρώτους 12 μήνες, η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση, εκτός αν συμφωνηθεί κάτι άλλο.
       5. Σύμβαση εργασίας “αορίστου” χρόνου, πέραν των 12 μηνών μπορεί να καταγγελθεί ύστερα από έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότου. Ο χρόνος της παραπάνω προειδοποιήσεως του υπαλλήλου που έχει συνεχή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη από 12 μήνες έως 2 χρόνια, ορίζεται με το νέο νομοθέτημα σε ένα (1) μήνα.
 

 

 

Δείτε επίσης

ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ

afternet

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Νo 110 / 02-05-2017

afternet

Ανακ. Union 186 29-12-2020/Με συγκρατημένη αισιοδοξία ατενίζουμε το Νέο Έτος και αγωνιζόμαστε για την διασφάλιση της απασχόλησης και των δικαιωμάτων του Προσωπικού της Eurobank

gmichalatos

Χρησιμοποιούμε cookies για την βελτίωση της εμπειρίας πλοήγησης. Συνεχίζοντας αποδέχεστε την πολιτική αυτή. Αποδέχομαι Περισσότερα